Τηλ.: 27210 855 28 / Κιν.: 6974 179 953

ΕΠΙΛΟΧΕΙΟΣ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

-
image-304762-ensynaisthisi-header.jpg
Ο ερχομός ενός μωρού φέρνει χαρά σε ολόκληρη την οικογένεια από την πρώτη στιγμή της είδησης της εγκυμοσύνης, φέρνει όμως άμεσες αλλαγές αρχικά στη μητέρα λόγω των ορμονών, αλλά και σε ολόκληρη την οικογένεια που καλείτε να τροποποιήσει τις μέχρι τότε συνήθειές της. Πολλές φορές ωστόσο παρατηρείται πως τα πράγματα δεν εξελίσσονται τόσο ευχάριστα όπως υπήρχε στο μυαλό τους. Οι μητέρες μετά τη γέννα λόγω της ορμονικής αλλαγής αλλά και όλων των άλλων αλλαγών στην ζωή της, περνά μια περίοδο συναισθηματικής δυσφορίας κάτι που την κάνει να είναι πιο ευαίσθητη και ευερέθιστη, ίσως είναι θλιμμένη και παρουσιάζει προβλήματα στον ύπνο. Είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο που είναι γνωστό ως “μελαγχολία της λοχίας” ή “baby blues”. Η εμφάνιση αυτού του φαινομένου παρατηρείται έως και στο 80% των γυναικών, λίγο μετά τον τοκετό, με κορύφωση έπειτα από 3 - 5 μέρες. Αναμένουμε πως αυτά τα συμπτώματα θα υποχωρήσουν μετά από 2 - 4 εβδομάδες.
 
Σε κάποιες περιπτώσεις όμως, τα συμπτώματα δύναται να παραταθούν και να γίνουν πιο έντονα με το πέρασμα του χρόνου, όπου σ’ αυτή την περίπτωση είναι πιθανόν να υπάρχει επιλόχειος κατάθλιψη, μια διαταραχή που χρήζει την εκτίμηση από ειδικό, είτε ψυχίατρο είτε ψυχολόγο.
 
Σύμφωνα με τα κριτήρια του ICD - 10, οι ψυχικές διαταραχές και οι διαταραχές της συμπεριφοράς που επισυμβαίνουν μέσα σε διάστημα 6 εβδομάδων από τον τοκετό εμπίπτουν στη διαγνωστική κατηγορία F53 όταν δεν πληρούν τα κριτήρια κατάταξης σε άλλη κατηγορία.
 
Ο κίνδυνος εμφάνισης επιλόχειου κατάθλιψη έχει φανεί πως είναι αρκετά υψηλός. Έχει βρεθεί πως μια στις δέκα λεχωίδες χωρίς προηγούμενο ψυχιατρικό ιστορικό παρουσιάζει, ενώ τα ποσοστά για γυναίκες με προηγούμενο ιστορικό μείζονος κατάθλιψης το ποσοστό πέφτει στις μια γυναίκες προς τέσσερις. Αν πάλι μια γυναίκα έχει παρουσιάσει επιλόχειο κατάθλιψη σε προηγούμενη γέννα, τότε μιλάμε για ποσοστό 1 στις 2. Οι έρευνες που έχουν γίνει φανερώνουν υψηλά ποσοστά, με ανώτερο το 26% στις ενήλικες μητέρες ενώ 60% των γυναικών αυτών θα είναι το πρώτο τους καταθλιπτικό επεισόδιο. Τα ποσοστά διπλασιάζονται για τις πρωτότοκες μητέρες.
 
Λόγω των πολιτισμικών διαφορών που αφορούν την υποστήριξη της λεχωίδας, τα έθιμα και τις συνήθειες δε μπορούμε με ακρίβεια να ορίσουμε τα συμπτώματα, ωστόσο σε γενικές γραμμές παρουσιάζονται τα εξής: ευερεθιστότητα, κόπωση, αδυναμία περιποίησης του βρέφους κλπ.
 
Όπως αναφέραμε η απότομη αλλαγή στο επίπεδο των ορμονών καθώς και μια προηγούμενη εμπειρία κατάθλιψης αποτελούν παράγοντες κινδύνου. Επίσης, επιβαρυντικοί παράγοντες για την εμφάνιση επιλόχειου κατάθλιψης είναι το οικογενειακό ιστορικό με κατάθλιψη ή άλλη ψυχική νόσο, το άγχος για τη φροντίδα του βρέφους και τη διαχείριση των αλλαγών στη ζωή, οι δυσκολίες διαχείρισης των “δύσκολων” μωρών (όπως το έντονο κλάμα), η γέννηση ενός βρέφους με ειδικές ανάγκες (πρόωρος τοκετός, ασθένεια, ιατρικές επιπλοκές), η πολύ μικρή ή μεγάλη ηλικία της μητέρας, τα οικονομικά ή εργασιακά προβλήματα, η απομόνωση και η έλλειψη φροντίδας από το κοινωνικό περίγυρο, άλλοι παράγοντες όπως το πένθος κάποιου προσώπου ή αν συντρέχουν άλλοι ιατρικοί λόγοι όπως ο θυροειδής, ο διαβήτης κ.α.
 
Οι έρευνες έδειξαν πως η κατάθλιψη επιδρά αρνητικά στη σχέση μητέρας και βρέφους, κάνοντας πιο δύσκολη τη δημιουργία ενός ασφαλούς δεσμού προσκόλλησης, δημιουργώντας επίσης προβλήματα στην αλληλεπίδραση του βρέφους με το περιβάλλον του κάνοντας το πιο ευερέθιστο στις κοινωνικές του επαφές. Πολλές φορές οι μητέρες που αντιμετωπίζουν επιλόχειο κατάθλιψη αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο να ακολουθήσουν τις σωστές πρακτικές για την ασφάλεια του βρέφους (π.χ. κάνουν λάθος ή δε χρησιμοποιούν την ενδεδειγμένη στάση σώματος του μωρού για τον ύπνο ή χρησιμοποιούν εσφαλμένα το κάθισμα αυτοκινήτου, ή δεν προτιμούν τις επισκέψεις στο σπίτι). Οι ερευνητές βρήκαν επίσης πως υπάρχει ελλιπής περιποίηση και φροντίδα του βρέφους. Ακόμη και όταν η μητέρα αναρρώσει πλήρως, η επαφή με το βρέφος χρειάζεται χρόνο αρκετό μέχρι να αποκατασταθεί. Σίγουρα όμως, οι μετααναλύσεις έδειξαν πως επηρεάζεται η συμπεριφορά των παιδιών αργότερα καθώς επίσης η γνωστική ανάπτυξη και η φυσική υγεία με αρνητικό πρόσημο.
 
Η επιλόχειος κατάθλιψη για να τεθεί ως διάγνωση πρέπει να γίνει από έναν ειδικό ψυχίατρο ή ψυχολόγο. Η θεραπεία για  την αντιμετώπιση του προβλήματος είναι είτε η ψυχοθεραπεία είτε η φαρμακοθεραπεία, πολλές φορές κρίνεται απαραίτητο να συμβούν και τα δύο. Η ψυχοθεραπεία και ιδίως η Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία φαίνεται πως έχει πολύ καλά αποτελέσματα καθώς βασίζεται σ’ ένα δομημένο τρόπο αντιμετώπισης των αρνητικών σκέψεων, των συμπεριφορών απομόνωσης και αναβλητικότητας και βοηθάει το άτομο να αποκωδικοποιήσει πιθανόν διεργασιακά λάθη και πεποιθήσεις.
Η αντιμετώπιση της κατάστασης μέσω φαρμακοθεραπείας έχει αποτελέσματα ίασης άμεσα συνήθως χρησιμοποιούνται αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI’S) ωστόσο εδώ εμπίπτουν προβλήματα που αφορούν το μητρικό θηλασμό, καθώς η ουσία των φαρμάκων περνά στο βρέφος μέσω του μητρικού γάλατος. Αν και προς το παρόν σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα, δεν έχει αποδειχθεί πως αυτό επηρεάζει το βρέφος.
 
Βιβλιογραφία
 
S. L. Grace1, A. Evindar1, and D. E. Stewart (2003). The effect of postpartum depression on child cognitive development and behavior: A review and critical analysis of the literature. Arch Womens Ment Health 6:263–274 DOI 10.1007/s00737-003-0024-6
 
TIFFANY M. FIELD (1984). Early Interactions Between Infants and Their Postpartum Depressed Mothers. INFANT BEHAVIOR AND DEVELOPMENT 7, 517-522
 
Michael W. O’Hara and Jennifer E. McCabe (2013). Postpartum Depression: Current Status and Future Directions. Annu. Rev. Clin. Psychol. 2013.9:379-407. Downloaded from www.annualreviews.org by Universitat Zurich- Hauptbibliothek Irchel on 09/04/13. For personal use only.
 
D. Nielsen Forman Registrar, TP. Videbech Consultant, *M. Hedegaard Senior Registrar, *J. Dalby Salvig Registrar, *N. J. Secher Consultant (2000). Postpartum depression: identification of women at risk. British Journal of Obstetrics and Gynaecology, Vol107, pp. 1210-1217
 
Φ. Γονιδάκης(2007), Η αντίδραση θλίψης της λοχείας, Ψυχιατρική  18:132 – 142